Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Η ΠΕΙΝΑ



Η ΠΕΙΝΑ
-Συγνώμη, έχετε ώρα;

Κάνω στροφή της κεφαλής μου σχεδόν 90° και απαντώ:

-Φυσικά, είναι 11 και 10.

-Σας ευχαριστώ πολύ! Απάντησε με περισσή γαλήνη μια κυρία, ώριμης ηλικίας, ωστόσο καλοστεκούμενη. Όρθια, δίπλα από την έξοδο γνωστού πολυκαταστήματος της πόλης, με το δεξί χέρι προτεταμένο και την παλάμη ανοικτή σε στάση επαιτείας. Τα μαλλιά της προ 8 με 9 μηνών μαρτυρούσαν ένα κατάξανθο χρώμα. Τώρα βέβαια η βαφή φαινόταν γλυκά και με επιείκεια ξεθωριασμένη ενώ μια λευκή καθάρια απόχρωση επικρατούσε επί της πρώην τεχνητής με τρόπο αδίσταχτο.

Όσο γρήγορο ήταν το βλέμμα πισωγυρίσματος και η απάντηση στην συντομότατη τεθείσα ερώτηση, άλλο τόσο γρήγορο ήταν το βήμα μου προς συνέχιση του δρόμου μου. Παρόλα αυτά η εικόνα και η αύρα της ηλικιωμένης κυρίας δεν υπήρξαν διόλου φευγαλέα. Ρίζωσε στο κεφάλι μου και δίπλωσε το στομάχι μου. Έφτασα στον καλοβολεμένο προορισμό μου και ακόμη η εικόνα της με βασάνιζε ακολουθούμενη από σωρεία ερωτημάτων. Ποια ήταν; Ζητιάνα; Μα το παρουσιαστικό της μαρτυρούσε μια κάποια κλάση… Και η στάση της… Ποια είναι η κλάση της ζητιανιάς; Γιατί επαιτούσε; Πού ζει; Μόνη; Υπάρχει κάποια κατοικία; Τι ήθελε την ώρα; Μετρούσε το χρόνο, γιατί; Σχετίζεται αυτός με κάποιον τρόπο με τον όποιο αγώνα επιβίωσής της;

Αγώνας επιβίωσης η επαιτεία… Συλλογίζομαι, αναλογιζόμενη ένα σωρό επαίτες που κατά καιρούς έχουν ενοχλήσει τις κόρες των ματιών μου. Βρώμικοι, καημένοι (φαινομενικά τουλάχιστον), άλλοτε μετέωροι μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, καίριο πλήγμα στην προσωπική αισθητική μου. Παραδόξως, η πρώην κατάξανθη και νυν λευκομαλλούσα κυρία –και πιθανολογώντας όμορφη γυναίκα στα νιάτα της- με την προτεταμένη παλάμη δεν υπάκουε στις παραπάνω νόρμες. Εξέπεμπε μια κάποια καλαισθησία, ηρεμία και ευγένεια. Τι κι αν τα ρούχα της φαίνονταν πολυφορεμένα και δεν υπήρχε ίχνος επίπλαστου και πολλές φορές προς εξαπάτηση του κοινού υλικού, σωματικού ή ψυχολογικού φτιασιδώματος απάνω της!

Ποτέ άλλοτε δεν είχα συλλογιστεί πως μια προτεταμένη παλάμη θα μπορούσε να ειδωθεί σαν ένα παλιομολυβάκι, να παίξει το ρόλο ακριβώς ενός μισοτελειωμένου μολυβιού, σαν αυτού του Χάμσουν -αμφίβολης κατά το κοινό αίσθημα αξίας- ή αν είχε ασυναίσθητα και χωρίς καμιά βαρύτητα σουλατσάρει κάποτε στο νου μου, ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει επάξια τη θέση αυτού του μολυβιού.

Με τα πολλά πήρε να βραδιάζει και ξαφνικά ανοίγω το ψυγείο με «βια» και αρπάζω μια ντουζίνα διάφορα φρούτα, τα ρίχνω σε μια νάιλον σακούλα. Κατευθύνομαι στη ντουλάπα του υπνοδωματίου, την ανοίγω κι εστιάζω σε ρούχα βολικά, ευκολοφόρετα, παλιά και νυν αγαπημένα και αντίστοιχα γεμίζω μια μεγάλη διάφανη σακούλα. Τις κρεμάω στα δυο μου χέρια και βγαίνω απ’ το διαμέρισμα. Κατευθύνομαι στο επίμαχο πολυκατάστημα και τις αποθέτω κοντά στην είσοδο σε κάποια κάγκελα που άλλη λειτουργία δεν φαίνεται να είχαν. Φεύγω.

Τις επόμενες μέρες φρόντιζα επιτηδευμένα να περνώ από το ίδιο σημείο, να μπαίνω στο πολυκατάστημα και να γεμίζω μια μικρή σακούλα, ανάλογη των δυνατοτήτων μου, τρόφιμα μακράς διαρκείας, έπειτα να την κρεμώ στα ίδια κάγκελα, δίπλα από τα οποία σύχναζαν αυτοί οι βρώμικοι, ακαλαίσθητοι, κατά τη δική μου κρίση, επαίτες. Δεν τους τις έδωσα ποτέ στα χέρια, από συστολή ίσως ή το φόβο της απόρριψης λόγω των λειψών δυνατοτήτων μου. Και έπειτα έφευγα, πάντα, για να επανέλθω την επομένη, με ένα αίσθημα κορεσμού του μικρού σε διαστάσεις στομαχιού μου.

 Μάρκου Παρασκευή


Χαλκίδα, 23/10/2015

http://enfo.gr/ar5548
 

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Μετά θάνατον ποιητής

Μετά θάνατον ποιητής

Γυμνό τώρα σε σέρνουνε
σε εκδηλώσεις,
λαμπρές,
συνοδεία επισήμων.

Σου ξεσκίζουνε τα ρούχα,
προσάναμμα,
ανάβουνε με σένανε φωτιά
να φωτίσουν τα σκοτάδια τους.

Σαν βασιλιάς γυμνός,
περιφέρεσαι άστοχα,
χρυσή τροφή
για τις τρύπιες τσέπες των κυράδων σου.

Υπό σωρεία χειροκροτημάτων,
λεκτικών ανατάσεων
και δακρύων στιγμής,
υψώνεσαι και χάνεσαι. 

Π. ΜΑΡΚΟΥ

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

«ΓΕΦΥΡΕΣ»




«ΓΕΦΥΡΕΣ»

… οι έννοιες απορροφούνται από τις λέξεις.[1]


έννοια                                                                                                       λέξη


Ένα δυναμικό και ιδιαίτερο οπτικό ερέθισμα, που σε ένα πρώτο επίπεδο φέρνει στο μυαλό μου τη Χαλκίδα. Σε ένα δεύτερο την επικοινωνία, αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος ύπαρξής τους. Και έτσι, τόσο απλά, το σημαινόμενο ταυτίσθηκε με το σημαίνον και βούλιαξε υπό το βάρος αυτού.

 Η γέφυρα είναι μορφή επικοινωνίας, η επικοινωνία όμως μπορεί να αποδοθεί ως γέφυρα; Σε μια λοιπόν νοητή διάσταση, επικοινωνία και γέφυρα καθίστανται όροι ταυτόσημοι. Η «γέφυρα» είτε πρόκειται για μια κατασκευή που επιτρέπει τη διέλευση ανθρώπων, οχημάτων πάνω από θαλάσσια στενά ή ποτάμια, είτε για άλλης φύσεως δίαυλο, π.χ. γλωσσικό, ικανό να φέρει σε επαφή έλλογα όντα, εκπληρώνει την ανάγκη της επικοινωνίας.

Και εντελώς ανεπιτήδευτα επιστρέφω στο πρώτο επίπεδο, αυτό της Χαλκίδας … και απαριθμώ τις γέφυρές της, την Παλαιά Γέφυρα του Ευρίπου, την Υψηλή Γέφυρα και αυτόματα πάλι…καθότι χορταίνει γρήγορα το μάτι, μεταπηδώ στις άλλες, στις λειψές σε σκυρόδεμα, που όμως φαντάζουν πιο ελκυστικές ακριβώς λόγω αυτής της φυσικής τους αδυναμίας.

Οι άλλες βρίσκονται δυνάμει παντού, δεν αποτελούν προνόμιο της Χαλκίδας. Συνάπτονται και εκπονούνται δίχως προγραμματικές συμβάσεις, συμπληρωματικές και οριστικές. Ξεκινούν εκεί που δεν το περιμένεις, φυτρώνουν κυριολεκτικά χωρίς σπορά, αν και στη συνέχεια σπέρνουν παρακλάδια.  Δεν περιορίζονται αυστηρά και εύκολα από τα σύνορα της κάθε πόλης και έξωθεν αυτών παραγόντων, αν και περιορίζονται ή καλύτερα αυτό-περιορίζονται. Αποτελούν πρωτίστως και κατ’ αποκλειστικότητα «ένωση» διανοητική και συναισθηματική. Επομένως, ο εγκέφαλος και το συναίσθημα ορίζουν την ύπαρξη και τη δυναμική τους. Ο εγκέφαλος και το συναίσθημα ποιων; Δεχόμενοι ότι οι γέφυρες αυτές προϋποθέτουν εγκεφαλική ή συναισθηματική λειτουργία, δεχόμαστε ότι είναι προϊόν αυτών και συνεπώς προνόμιο των έμβιων όντων.

Είναι έμφυτη λειτουργία άραγε όλων των έμβιων όντων ή μόνον αυτών που αναπτύσσουν νοητική και συναισθηματική νοημοσύνη; Μα, όλα τα έμβια δεν διαθέτουν μια κάποιας μορφής νοημοσύνη; Είναι απαραίτητη η συνύπαρξη και των δύο μορφών νοημοσύνης προκειμένου να επιτευχθεί η επικοινωνία; Προφανώς, αναλόγως την περίσταση. Δηλ., μεταξύ δύο έλλογων όντων απαιτείται η συνύπαρξη και των δύο, στο φυτικό όμως βασίλειο ας αρκεστούμε στην όποια νοημοσύνη με την οποία είναι προικισμένα τα όντα τα ανήκοντα σε αυτό.

Και περιορίζομαι στη συνέχεια στα έλλογα όντα και δη τη δική μας αφεντιά. Χρειαζόμαστε σημεία, κοινά αποδεκτά προκειμένου να στείλουμε και να παραλάβουμε μηνύματα. Τα σημεία αυτά μπορεί να είναι γλωσσικά αλλά και εξω-γλωσσικά. Και στις δύο όμως περιπτώσεις κάνουμε λόγο για κώδικες επικοινωνίας αποδεκτούς και αντιληπτούς. Η φυσική γλώσσα του ανθρώπου, λεκτική, νοηματική, σφυρικτή,  ένας μορφασμός, μια χειρονομία μπορούν να αποτελούν φορείς μηνυμάτων.

Ως εδώ αντιλαμβάνεται κανείς τη διανοητική διάσταση του φαινομένου, η συναισθηματική όμως απουσιάζει. Ίσως γιατί ζει κυριολεκτικά υποδόρια και αποτελεί κυρίως την αιτία της επικοινωνίας κι όχι το δίαυλο αυτής. Η επιβίωση φαίνεται να συνδέεται άρρηκτα με αυτήν. Δεν ήταν ο Δαρβίνος άλλωστε που υποστήριξε ότι οι συναισθηματικές εκφράσεις είναι ένας καθοριστικός παράγοντας για την επιβίωση;

Μάλιστα, λένε ότι έρευνες δείχνουν ότι τα συναισθήματα είναι αυτά που δίνουν ώθηση, κίνητρα και ενέργεια στη ζωή, μπορούν να καθορίσουν τη σκέψη και τη συμπεριφορά μας, να μας βοηθήσουν να αποφύγουμε τον κίνδυνο και να εξασφαλίσουμε την επιβίωσή μας.

Και στο σημείο αυτό, κρίνω ότι αυτή η επικοινωνία, ως στιγμής μονόδρομη, προϊόν τόσο νοητικής όσο και συναισθηματικής νοημοσύνης, εγγενούς εν μέρει, και κατά ένα πολύ μικρότερο ποσοστό πολιτισμικό και εκπαιδευτικό υποπροϊόν, οφείλει να λάβει ένα τέλος.



Μάρκου Παρασκευή

parevage@gmail.com

                                                                                      http://enfo.gr/ar6502