Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Μη μου τους κύκλους τάρρατε

http://enfo.gr/ar6501
 


Ανοίγω τα μάτια μου.

Στάση Άγιος Ελευθέριος, Αθήνα. Γνώριμη παλιά κι αγαπημένη* , δεν θα το 'λεγα. Η πόρτα του βαγονιού κλείνει με γδούπο σα να 'θελε να μ’ αφυπνίσει. Πιάνομαι από όπου μπορώ και ταξιδεύω στα πρόσωπα των συνεπιβατών μου. Άσχημα πρόσωπα, νωθρά, κοινά, αδιάφορα ως επί το πλείστον. Θυμίζουν κάτι από εμένα.

Να μια κυρία με φουσκωμένο κεφάλι. Στοιχηματίζω πως μόλις βγήκε από το κομμωτήριο, περισσά υπερήφανη για την τακτοποιημένη κόμη της, περίτρανη απόδειξη της τακτοποιημένης της ζωής.

Να σου κι ένας γέρος με τη γραία του καθήμενη δίπλα του, εξ αριστερών, κοιτώντας ο καθένας τους σε κατεύθυνση αντίθετη. Μόνο η επίκτητη ομοιότητα τους εξαιτίας της μεταξύ τους πολύχρονης τριβής μαρτυρά τη σχέση τους.

Και να τα νιάτα, ανέμελα άλλα, άλλα σκυθρωπά, στο σύνολό τους κοινά. Άθελά τους μεταφέρουν στο βαγόνι την αύρα ενός ξεθωριασμένου, πολύχρωμου κουβαριού, που καταβάλλει άσκοπα μεγάλη προσπάθεια να ξετυλιχθεί απ’ τα διάφανα δεσμά του.

Στάση Πανεπιστήμιο. Κατεβαίνω απ’ το βαγόνι με βήμα γοργό και συγχρονισμένο, κατευθυνόμενος προς τη σχολή. Το μάθημα ξεκινά. Πιάνομαι από τη διδασκαλία και ταξιδεύω στις ποικίλες της θεωρίες, όσο μπορώ. Κοινότοπες, στρατευμένες, προσωπικά αποδεκτές αν και αναγνωρισμένα αδιάφορες ως επί το πλείστον.

Επιστρέφω στο σπίτι. Παίρνω το βραδινό μου και είμαι καθόλα έτοιμος για την επόμενη μέρα. Κοινή με την προηγούμενη, με τη μεθεπόμενη…

Κλείνω τα μάτια μου.

* Αγαπώ= άγα(ν)+ρίζα πα-(προστατεύω)=προστατεύω πολύ
Πηγή: Ετυμοπερίεργα Γ.Δ. Μπαμπινιώτης www.babiniotis.gr

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΡΙΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ



Τρία αδέσποτα μονόπρακτα
Τμήμα της ποιητικής συλλογής ΚΟΜΦΕΤΙ (Εκδόσεις Οσελότος 2011)

ΜΑΡΚΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ



(πίνακας της Ανέττας Ψαρρού)








ΣΤΗΝ ΆΝΝΑ


(Αποτσίγαρα, χαρτιά πεταμένα, ο υπολογιστής ανοικτός και η μουσική στη διαπασών: blue hotel, life doesnt work in my way….Εκείνη ακίνητη εδώ και καιρό γίνεται ένα με το χώρο. Ανοίγει την πόρτα. Ο καιρός άλλαξε απότομα. Συννεφιά, ένας μαύρος ουρανός και κρύο τσουχτερό συνοδεύουν τα βήματά της. Τα μέλη του σώματός της δεν τα αισθάνεται. Αγγίζει το παγωμένο της μέτωπο-ματώνει. Σημάδι πως ζει ακόμη. Επιστρέφει στο αποπνικτικό σπίτι και αρχίζει να μαλώνει την περιορισμένη όραση και δράση μου.)

Άνοιξε τα παράθυρα να μπει ο ήλιος!
Σήμερα έχει ζέστη.
Άκου τις μουσικές από το δρόμο.
Έτσι μου ’ρχεται να χορέψω.
Έλα.

(Βάζει δύναμη στα χέρια και κινεί το καροτσάκι σε κυκλική τροχιά υπό  ρυθμούς ζωής.)



























24-02-2001

Στα μάτια μου μπροστά,
εξελίσσεται
ιστορία αλλοπαρμένη,
ποτισμένη με δάκρυα στιγμής.

 Σκυμμένο,
με συνοδεύει
το αίμα το δικό μου,
κι εκείνο των άλλων,
σε τόπο γαλήνιο,
με άνθη περίσσια
και ποιήματα.

Σβήνω την καύτρα,
μήπως και γίνει καπνός
τ’ όραμα τούτο,
 το δειλό.

Ως να σηκώσω το βλέμμα,
με χάνω…
κι όλα γίνονται χώμα,
κι ένα σημάδι λευκό
ταυτότητας.





















ΑΡΝΟΥΜΑΙ

(Ψαλμωδίας δείγματα αχνακούγονται  από το ανοικτό παράθυρο.)
Φοβάμαι. Και η υπερβολή,
είτε μετριέται σε χρυσό, είτε σε ασήμι,
επιτείνει το φόβο μου.
Γίνεται αυτός πανικός.
Βιβλικές ιστορίες,
θαύματα
και κύμβαλα αλαλάζοντα,
αγγίζουν τους τένοντες
του νου μου∙
κι αυτοί τ’ αντιτάσσονται
 διαλλαχτικά.
Πιστεύω στον Θεό των πατέρων μου,
πιστεύω
έτσι μ’ έμαθαν
αλλά φοβάμαι,
τον φοβάμαι
αυτόν τον ίδιο,
άγνωστο σ’εμένα,
αόρατο,
άυλο
υπαρκτό;
Λυπάμαι
Κάθε Μεγάλο Σάββατο
ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ποιού;
Ανθίσταμαι
Ανίσταμαι από τη θέση μου
κάθε φορά που
μαύρα κοράκια
με πλησιάζουν,
ζητώντας τον οβολό μου
και
την  άνευ όρων παράδοσή μου
σώματι και πνεύματι.
ΑΡΝΟΥΜΑΙ….

(Η νεαρή γυναίκα σηκώνεται από την καρέκλα και κλείνει το παράθυρο, μήπως και ο θόρυβος από τα βεγγαλικά υποχωρήσει.)



                                                                                                                        








τέλος