Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΚΑΙ ΤΟ ΈΛΑΤΟ

https://issuu.com/markouparaskevi/docs/______________________-2



Το καράβι και το έλατο





Η σύντομη αυτή ιστορία γράφτηκε για τη χριστουγεννιάτικη εκδήλωση που διοργάνωσε το Λαογραφικό Μουσείο Δ.Χ.Σέττας (Αγία Άννα Ευβοίας) στις 23 Δεκεμβρίου 2017





ΜΑΡΚΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΠΤΟΛΕΜΑΪΔΑ 2017










-Β
ασίλη... πάλι ο νους σου ταξιδεύει; φωνάζει η καθηγήτρια της Γλώσσας αλλά από τον τόνο της φωνής της διακρίνω πως διόλου δεν ενοχλείται η έρμη αλλ’ αντιθέτως με φθονεί  για την ευνοική μου θέση. Οι συμμαθητές, μου ρίχνουν ένα γρήγορο βλέμμα κι αμέσως επιδίδονται σε χάχανα που προκαλούν και τα δικά μου.
-Έρχονται Χριστούγεννα κυρία, λογικό να ‘χω άλλα στο κεφάλι μου από Υποκείμενα κι Αντικείμενα. Δεν παρέλειψα να δικαιολογηθώ για την αφηρημάδα μου.
Μια αφηρημάδα που συνόδευε κάθε μου βήμα εν αναμονή των Χριστουγέννων. Απ’ τη μια ο στολισμός του σπιτιού μας, απ’ την άλλη τα δώρα που δικαιωματικά όφειλα να ζητήσω και να αναμένω, ήταν τα μόνα αντικείμενα της σκέψης μου, αδιακρίτως ώρας και περίστασης.
Το μεσημέρι έφτασα σπίτι φουριόζος.
-Μαμά κατέβασε το καράβι απ΄το πατάρι. Θα το ετοιμάσω εγώ φέτος.
- Το ‘χω ήδη κατεβάσει και την κούτα με τα λαμπάκια και μερικά επιπλέον στολίδια. Μετά θα καθαρίσεις όμως, δεν αναλαμβάνω εγώ. Απάντησε χωρίς καν να με κοιτάξει καθότι ήταν απασχολημένη με τη μαγειρική της.
Βούτηξα την κούτα, έβγαλα από μέσα τα πολύχρωμα λαμπιόνια και ό,τι άλλο υπήρχε, χριστουγεννιάτικα στολίδια- σχολικές κατασκευές της αφεντιάς μου που ‘χε κρατήσει η μητέρα μου, και επιδόθηκα ευθύς αμέσως στην εορταστική επιμέλεια του σπιτιού. Μέσα σε λίγη ώρα το χριστουγεννιάτικο καράβι, παράδοση στο νησί μας, τουλάχιστον από τότε που γεννήθηκα,  δέσποζε στο σπίτι και σε συνέπαιρνε σε ταξίδια κάθε λογής, σε γλυκούς ερχομούς αλλά και πικρούς αποχωρισμούς. Σε ένα τέτοιο καράβι δεν μπήκε και ο παππούς μου; Και δεν ματαγύρισε ποτέ.
Όλα έτοιμα! Καθάρισα κιόλας για να γλυτώσω τη μουρμούρα της μανας μου και έσπευσα να διασφαλίσω την αγορά των δώρων που ανέμενα.
-Μαμά...
-Έλα Βασίλη...
-Αν θυμάσαι είχα ζητήσει κάτι πολύ συγκεκριμένο για δώρο Χριστουγέννων. Θέλω να ξέρω αν μου το πήρατε.
-Βασίλη μου, εσύ έκανες το χρέος σου, ζήτησες. Τώρα, αν εμείς σου το αγοράσαμε ή όχι, θα το μάθεις σύντομα. Εξάλλου, αυτή η αδημονία είναι που αξίζει πιο πολύ... απάντησε αδύναμη να συγκρατήσει τα γέλια της, τα οποία άμεσα διέκοψαν απρόσμενα βήματα στην εξώπορτα. Μα, ποιός είναι τέτοια ώρα; Ο πατέρας σου αποκλείεται, είχε να πάει στ’ ορεινά χωριά ψαριά.
Κατευθυνόμαστε και οι δύο όλο περιέργεια προς την πόρτα και πριν προλάβουμε να φτάσουμε ο πατέρας έχει ήδη ανοίξει και... δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Ο πατέρας σκυθρωπός, με κατεβασμένο κεφάλι, υποδέχεται  αγνώστους σε μενα, δυο άντρες της ηλικίας του, μια γυναίκα, και ίσα με επτά, όχι έξι, έξι είναι σιγουρα, παιδιά, κορίτσια και αγόρια ίσα τον αριθμό, μάλλον λίγο μικρότερά μου. Ένας ένας εισέρχονται, ύστερα από ένα απαλό αγγιγμα του πατέρα στον ώμο. Τα κεφάλια τους είναι σκυφτά και δύσκολα διακρίνω τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους. Ωστόσο, είμαι βέβαιος ότι υπάρχει μια κάποια ομοιότητα που εντείνεται λόγω μιας κοινής θλίψης που μοιάζει να αγκαλιάζει κάθε τους κυτταρo.
-Μιχάλη, τι συμβαίνει; Τρέχει κοντά του η μητέρα μου γεμάτη ανησυχία.
-Δεν καταλαβαίνεις Αμέρσα;
-Κι άλλο καράβι! αναστέναξε η μητέρα.
-Κι άλλο, κι άλλο...δεν έχει τελειωμό. Πήρε μαζί του ο καθένας μας όσους μπορούσε μέχρι να δει ο δήμος τι θα κάνει.Δεν υπάρχει μέριμνα... δεν υπάρχει τέλος, είπε ο πατέρας κοιτώντας λοξά τους φιλοξενούμενούς μας.
Η μητέρα έβγαλε στο τραπέζι νερό και ό,τι άλλο είχε έτοιμο για φάγωμα. Με νεύματα τους οδήγησαν εκεί, τους κάθισαν στην τραπεζαρία και μετά η μητέρα μου με μια αστραπιαία κίνηση με τράβηξε κοντά της και με έσφιξε τόσο πολύ στην αγκαλιά της που νόμιζα ότι θα σκάσω. Αφού γλυτωσα απ’ τη μητρική αγκαλιά θέλησα να πλησιάσω τα παιδιά.
-Γεια σας, εγώ είμαι ο Βασίλης και πηγαίνω στο Γυμνάσιο.
Καμία απόκριση, ούτε ένα βλέμμα. Καθόντουσαν με σκυμμένα τα κεφάλια, δεν άπλωναν τα χέρια ούτε νερό να πιουν ούτε να φάνε.
-Σήμερα στόλισα το χριστουγεννιάτικο καράβι, παράδοση στο νησί μας.
Καμιά απόκριση και πάλι.
-Βασίλη οι άνθρωποι δεν μιλούν τη γλώσσα μας, αστους να ηρεμήσουν, είπε ο πατέρας με στακάτο ύφος μην αφηνοντάς μου περιθώρια για επόμενη προσπάθεια.
Πήγα και κάθισα δίπλα στα παιδιά δίχως να μιλώ. Τεντώνω το χέρι μου, αρπάζω ένα τυροπιτάκι από την πιατέλα και το κατασπαράζω επιδεικτικά, ελπίζοντας αυτή η κίνηση μου να προκαλέσει κάποια αντίδραση, έστω ένα χαμόγελο. Τίποτα. Η αποτυχία μου ήταν παταγώδης.
-Πατέρα, τί έχουν γιατί είναι λυπημένοι;
-Βασίλη μου, οι άνθρωποι αυτοί είναι κουρασμένοι. Έφυγαν από την πατρίδα τους να σωθούν από τον πόλεμο, αφήνοντας σπίτια, συγγενείς, τις ζωές τους... και γνώρισαν άλλο πόλεμο στο ταξίδι τους, πολέμησαν με τα κύματα και κατάφεραν να γλυτώσουν με κόπο, πολύ κόπο. Και τα βασανά τους δεν σταματούν εδώ. Τώρα θα δώσουν τη μεγαλύτερη μάχη. Τώρα θα πρέπει να επιβιώσουν ξένοι ανάμεσα σε ξένους.
Αυτά ήταν τα λόγια του πατέρα που με ‘κάνανε να σηκωθώ από την καρέκλα και να σκεφτώ το προφανές. Πώς να ανασηκώσουνε αυτοί οι άνθρωποι το βλέμμα όταν σε ολόκληρο το σπίτι δέσποζε ένα θεώρατο καράβι με κατακόκκινα λαμπιόνια; Έτρεξα στο δωμάτιό μου. Πήρα στα χέρια μου τον πορσελάνινο κουμπαρά και τον πέταξα κάτω με περισσή χαρά. Γέμισε το πάτωμα δίευρα και μονόευρα. Τα μάζεψα άρον άρον, τα ‘βαλα στις τσέπες μου χωρίς καν να τα μετρήσω και βγήκα τρέχοντας κατευθυνόμενος προς την εξώπορτα.
-Βασίλη, πού πας;φώναξε η μητέρα και της αποκρίθηκα δίχως να κόψω ταχύτητα ότι θα επέστρεφα αμέσως.
Έφτασα στο μάρκετ του χωριού. Αυτό είχε τα πάντα, από φαγητά μέχρι στολίδια χριστουγεννιάτικα και έλατα πλαστικά, αυτά τα μοντέρνα που συναντάς στα σπίτια των πόλεων. Πήγα μπροστά από τον ταμία και έβγαλα από τις τσέπες όλα μου τα χρήματα. Τα έριξα πάνω στο ταμείο.
-Μπορώ να αγοράσω ένα έλατο, στολίδια και λευκά λαμπάκια μ’ αυτά τα χρήματα;
Ο ταμίας τα μέτρησε, χωρίζοντάς τα σε μονόευρα και δίευρα.
-Λοιπόν, με αυτά παίρνεις εκείνο το δέντρο, το μεσαίο σε μέγεθος. Μπορείς να πάρεις κι εκείνη την ντουζίνα μπάλες, τις χρυσές, που ‘ναι σε έκπτωση και έχουν δώρο το αστέρι και λαμπάκια, ναι και λαμπάκια τα απλά. Περίμενε να στα φέρω.
Και όντως περίμενα. Έφερε το δέντρο, τα λαμπάκια και τα στολίδια τα ‘βαλε σε μια μεγάλη σακούλα. Με το ένα χέρι πήρα αγκαλιά το δέντρο και με το άλλο κρατησα τη σακούλα και η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από μια αγωνία καθώς περπατούσα γοργά να φτάσω σπίτι...
-Ε, περίμενε να σου δώσω απόδειξη, φώναξε ο ταμίας αλλά εγώ είχα ήδη πάρει το δρόμο μου και τίποτα δεν μπορούσε να με γυρίσει πίσω.
Έφτασα στο σπίτι. Ανοίγω την πόρτα.
-Έλα Βασίλη, πού ήσουν κι ανησυχήσαμε; με περίμενε στην πόρτα η μητέρα.
-Μαμά, έλα να με βοηθήσεις, μην καθυστερούμε. Πρέπει ν’ ανεβάσουμε το καράβι στο πατάρι. Έφερα δέντρο και στολίδια και λαμπάκια.
Η μητέρα μ’ ακολούθησε δίχως περαιτέρω εξηγήσεις, ως συνήθιζε να κάνει. Ο πατέρας δεν έδωσε σημασία στις κινήσεις μας, καθόταν σαν φρουρός δίπλα στους ξένους και αυτό με χαροποιούσε εξίσου.
Μέσα σε λίγη ώρα είχαν επέλθει ριζικές αλλαγές. Η αποκαθήλωση του καραβιού στεφθηκε με επιτυχία και το πλαστικό μας έλατο ήταν στολισμένο με δώδεκα ολόχρυσες  μπάλες και ένα χρυσό αστέρι στην κορφή του. Η μητέρα έβαλε στην πρίζα τα λαμπάκια κι έτσι όλα έμοιαζαν στην πιο τέλεια μορφή τους.
Δώδεκα μπάλες, όσοι κι οι άνθρωποι σήμερα σε αυτό το σπιτικό, πάνω στο ίδιο δέντρο, το στολίζουν και αποκτούν μια ομορφιά η μία δίπλα στην άλλη.
Ξαφνικά, συνειδητοποιώ ότι οι φιλοξενούμενοί μας δεν έμειναν  αμέτοχοι υπό αυτές τις αλλαγές. Δειλά δειλά ένιωσα βλέμματα να πέφτουν πάνω μου και με την άκρη του ματιού μου συνέλαβα κινήσεις των χειλιών που μπορώ να πω με βεβαιότητα μοιάζαν με χαμόγελα.
Η μητέρα με χτύπησε απαλά στον ώμο και την ακολούθησα στο τραπέζι. Καθόμασταν τώρα όλοι μαζί, δίπλα δίπλα, δεν μιλούσαμε αλλά καμιά φορά κοιταζόμασταν ο ένας με τον άλλον, τρώγαμε όλοι πλέον. Ήμουν γεμάτος χαρά. Κοιτώ το πλαστικό μας έλατο και θαρρώ πως ανεβαίνω  στην κορφή του και βλέπω από ψηλά όλον τον κόσμο.
Το ομορφότερο ταξίδι της ζωής μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου